Σχόλιο επί της προτεινόμενης στρατηγικής τουριστικής επένδυσης στο δυτικό παραλιακό μέτωπο της Καλαμάτας
Η προτεινόμενη επένδυση για την ανάπτυξη «σύγχρονου, πολυτελούς τουριστικού παραθεριστικού χωριού» στο δυτικό τμήμα της παραλίας της Καλαμάτας δεν αποτελεί μια ουδέτερη τεχνική παρέμβαση, αλλά μια βαθιά πολιτική και χωρική επιλογή, με σοβαρές και μακροχρόνιες συνέπειες για το περιβάλλον, την κοινωνία και τον χαρακτήρα της περιοχής. Σύμφωνα με το κείμενο της διαβούλευσης, το έργο αφορά οργανωμένο τουριστικό υποδοχέα στη θέση «Μπουρνιάς», σε παραθαλάσσια έκταση 205.742,73 τ.μ., με ξενοδοχειακή μονάδα 5 αστέρων, 248 κατοικίες, συνολική δόμηση περίπου 39.700 τ.μ. και συνολικό προϋπολογισμό περίπου 136,5 εκατ. ευρώ.
Το ίδιο το επενδυτικό σχέδιο δεν περιορίζεται μόνο σε τουριστικές υποδομές φιλοξενίας, αλλά περιλαμβάνει ένα ευρύ πλέγμα εγκαταστάσεων εστίασης, ευεξίας, αναψυχής, αθλητισμού, ήπιων θαλάσσιων δραστηριοτήτων, εμπορικών χρήσεων μικρής κλίμακας και οργανωμένων κοινόχρηστων χώρων πρασίνου, δηλαδή μια ενιαία, αυτάρκη και εσωστρεφή τουριστική χωρική οργάνωση. Παράλληλα, ο φορέας της επένδυσης ζητά υπαγωγή στο καθεστώς στρατηγικών επενδύσεων του ν. 4864/2021, μέσω ΕΣΧΑΣΕ, ταχείας αδειοδότησης, καθώς και αξιοποίηση των διατάξεων για παραχώρηση χρήσης αιγιαλού και παραλίας και υλοποίηση συνοδών έργων.
Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά το ζήτημα ιδιαίτερα κρίσιμο. Δεν πρόκειται απλώς για μια ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία, αλλά για ένα έργο που επιδιώκει να προχωρήσει με ειδικό θεσμικό καθεστώς, με επιτάχυνση διαδικασιών και με αξιοποίηση δημόσιων εργαλείων χωροθέτησης και διευκόλυνσης. Όταν ένα έργο αυτού του μεγέθους εντάσσεται στον αναπτυξιακό σχεδιασμό της χώρας και απολαμβάνει προνομιακή μεταχείριση, τότε το ζήτημα του δημόσιου συμφέροντος δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο· οφείλει να αποδεικνύεται με σαφήνεια, διαφάνεια και ουσιαστική κοινωνική λογοδοσία.
Η επιλογή fast track διαδικασιών γεννά εύλογο προβληματισμό, καθώς περιορίζει στην πράξη τον χρόνο και τον χώρο ουσιαστικής επεξεργασίας από την τοπική κοινωνία. Ένα έργο τέτοιας κλίμακας, που μπορεί να μεταβάλει αποφασιστικά τον χαρακτήρα ενός ολόκληρου τμήματος της πόλης και του παραλιακού μετώπου, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζεται ως διοικητική υπόθεση ταχείας διεκπεραίωσης. Αντιθέτως, απαιτεί εκτεταμένο δημόσιο διάλογο, ανεξάρτητη τεκμηρίωση και πραγματική δυνατότητα συμμετοχής των κατοίκων, των συλλογικοτήτων και των επιστημονικών φορέων της περιοχής.
Ιδιαίτερα σοβαρό είναι το ζήτημα της συμβατότητας των προτεινόμενων χρήσεων με τον πολεοδομικό χαρακτήρα της περιοχής. Μια τόσο εκτεταμένη και εντατική τουριστική ανάπτυξη μεγάλης κλίμακας δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητα συμβατή με τα ισχύοντα χωρικά και πολεοδομικά δεδομένα. Αντίθετα, απαιτείται πλήρης αποσαφήνιση ως προς τη συμβατότητα με τα εγκεκριμένα σχέδια χρήσεων γης, καθώς και σαφής διαβεβαίωση ότι το καθεστώς των στρατηγικών επενδύσεων δεν χρησιμοποιείται ως εργαλείο υπέρβασης όρων δόμησης, περιορισμών και θεσμικών ασφαλιστικών δικλίδων που ισχύουν για την προστασία του τόπου.
Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα της παραχώρησης χρήσης αιγιαλού και παραλίας. Ο αιγιαλός και η παραλία είναι κοινόχρηστα δημόσια αγαθά και δεν μπορεί να μετατρέπονται, άμεσα ή έμμεσα, σε λειτουργική προέκταση ενός ιδιωτικού επενδυτικού σχεδίου. Η ελεύθερη, ισότιμη και απρόσκοπτη πρόσβαση του κοινού πρέπει να εξασφαλίζεται όχι μόνο τυπικά αλλά ουσιαστικά. Η εμπειρία από ανάλογες παρεμβάσεις δείχνει ότι η έμμεση ιδιωτικοποίηση του παράκτιου χώρου συχνά δεν γίνεται με ρητή απαγόρευση, αλλά με σταδιακή επιβολή λειτουργικών, αισθητικών και πραγματικών περιορισμών, που αλλοιώνουν τον δημόσιο χαρακτήρα του χώρου και αποθαρρύνουν τη χρήση του από την τοπική κοινωνία.
Πέραν των χωρικών και θεσμικών ζητημάτων, δεν μπορεί να αγνοηθεί η περιβαλλοντική επιβάρυνση της ίδιας της περιοχής. Το δυτικό τμήμα της Καλαμάτας είναι ήδη μια ζώνη με έντονα σημάδια πίεσης, υποβάθμισης και ρυπαντικών δραστηριοτήτων. Η εγγύτητα με υφιστάμενες επιβαρυντικές υποδομές, όπως ο βιολογικός καθαρισμός της πόλης, καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη να αξιολογηθεί συνολικά η φέρουσα ικανότητα της περιοχής. Δεν αρκεί μια αποσπασματική θεώρηση του έργου ως “αναπτυξιακής ευκαιρίας”. Χρειάζεται να εξεταστούν σε βάθος οι συνέπειες στο παράκτιο τοπίο, στο υδατικό ισοζύγιο, στις αποχετευτικές και κυκλοφοριακές υποδομές, στη συνολική περιβαλλοντική πίεση και στη δυνατότητα του τόπου να αντέξει μια τόσο συγκεντρωμένη και εξειδικευμένη τουριστική χρήση.
Παράλληλα, τίθεται ένα ευρύτερο κοινωνικό ερώτημα: ποιον εξυπηρετεί τελικά αυτό το μοντέλο ανάπτυξης; Η προτεινόμενη επένδυση απευθύνεται εμφανώς σε κοινό υψηλής οικονομικής δυνατότητας και οργανώνεται ως ένα κλειστό, εσωτερικά λειτουργικό περιβάλλον κατοίκησης, φιλοξενίας και κατανάλωσης. Δεν προκύπτει με επάρκεια ότι πρόκειται για ένα μοντέλο που διαχέει ουσιαστικά οφέλη στην τοπική κοινωνία, ούτε ότι συνδέεται οργανικά με τις ανάγκες της περιοχής, την τοπική παραγωγή, τις μικρές επιχειρήσεις, τους κατοίκους ή την κοινωνική και περιβαλλοντική αναζωογόνηση του τόπου. Αντίθετα, διαμορφώνεται η εικόνα μιας ανάπτυξης με εσωτερική ροή υπηρεσιών, πόρων και υπεραξίας, ενώ το περιβαλλοντικό, χωρικό και κοινωνικό βάρος παραμένει τοπικά.
Η δημιουργία θέσεων εργασίας, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν μπορεί από μόνη της να λειτουργεί ως επαρκές επιχείρημα νομιμοποίησης ενός τόσο εκτεταμένου έργου. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσες θέσεις θα δημιουργηθούν, αλλά ποια θα είναι η ποιότητά τους, η διάρκειά τους, η πραγματική σύνδεσή τους με την τοπική κοινωνία και, κυρίως, αν αυτές αρκούν για να αντισταθμίσουν τη μόνιμη μεταβολή του χώρου, του τοπίου και της κοινωνικής δυναμικής της περιοχής. Το ίδιο το κείμενο της διαβούλευσης αναφέρει την εκτίμηση για τουλάχιστον 75 νέες Ετήσιες Μονάδες Εργασίας. Όμως το μέγεθος της παρέμβασης και το εύρος των δημόσιων διευκολύνσεων που ζητούνται επιβάλλουν πολύ αυστηρότερη αποτίμηση του συνολικού ισοζυγίου οφέλους και κόστους.
Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να ειπωθεί καθαρά ότι η δυτική ζώνη της Καλαμάτας πράγματι χρειάζεται αναβάθμιση. Πρόκειται για ένα τμήμα της πόλης που εδώ και χρόνια φέρει βάρος χωρικής υποβάθμισης, περιβαλλοντικής πίεσης και άνισης ανάπτυξης. Όμως ακριβώς γι’ αυτό, η αναβάθμισή του δεν πρέπει να ταυτίζεται με την παράδοσή του σε ένα μοντέλο κλειστής, πολυτελούς και κοινωνικά αποκομμένης τουριστικής εκμετάλλευσης. Η πραγματική ανάγκη της περιοχής δεν είναι μια ανάπτυξη που απλώς θα “αξιοποιήσει” φθηνή γη, ευνοϊκές ρυθμίσεις και ήδη υπάρχουσες δημόσιες υποδομές προς ιδιωτικό όφελος. Είναι μια ανάπτυξη που θα αποκαθιστά, θα επουλώνει και θα επανασυνδέει.
Χρειαζόμαστε ένα διαφορετικό όραμα για το δυτικό παραλιακό μέτωπο: μια κατεύθυνση που να συνδυάζει κατοικία, παραγωγή τροφής, δημόσιο χώρο, εκπαίδευση, ήπια αναψυχή, οικολογική αποκατάσταση και κοινωφελείς λειτουργίες, με οικοκεντρικό προσανατολισμό και με στόχο όχι μόνο την καλλιέργεια της γης αλλά και την καλλιέργεια της ίδιας της κοινωνίας. Ένα τέτοιο μοντέλο δεν βλέπει τη γη ως εμπόρευμα και το τοπίο ως τουριστικό προϊόν, αλλά ως κοινό πεδίο ζωής, φροντίδας, μνήμης, συλλογικής μάθησης και κοινωνικής ανθεκτικότητας.
Η περιοχή έχει ανάγκη από συμμαχίες, εργαλεία και προτάσεις που να υπηρετούν μια άλλη λογική ανάπτυξης: ενίσχυση των κοινών υποδομών, στήριξη της τοπικής παραγωγής τροφής, περιβαλλοντική αποκατάσταση, ήπιες και ανοιχτές χρήσεις αναψυχής, εκπαιδευτικούς και κοινωνικούς χώρους, αστική και περιαστική καλλιέργεια, συμμετοχικό σχεδιασμό και πραγματική διασύνδεση με τις ανάγκες των κατοίκων. Χρειαζόμαστε συμμάχους που να κατανοούν ότι η αναβάθμιση ενός τόπου δεν εξαντλείται σε δείκτες επενδυτικής απόδοσης, αλλά μετριέται και με όρους οικολογικής ισορροπίας, κοινωνικής δικαιοσύνης, δημόσιου χώρου και συλλογικού οφέλους.
Για όλους αυτούς τους λόγους, θεωρούμε ότι η συγκεκριμένη επένδυση δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς πλήρη και δημόσια τεκμηρίωση της συμβατότητάς της με τις χρήσεις γης και τον πολεοδομικό σχεδιασμό, χωρίς συνολική αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας της περιοχής, χωρίς δεσμευτικές εγγυήσεις για τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του αιγιαλού και της παραλίας, χωρίς απόλυτη διαφάνεια ως προς τα συνοδά έργα, τις παραχωρήσεις και τις δημόσιες διευκολύνσεις, και κυρίως χωρίς ουσιαστικό χρόνο και πραγματικό χώρο ώστε η τοπική κοινωνία να ενημερωθεί, να επεξεργαστεί και να τοποθετηθεί με επάρκεια.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν η περιοχή θα αναπτυχθεί, αλλά προς ποια κατεύθυνση θα αναπτυχθεί και για ποιον. Αν θα αποτελέσει ακόμη έναν θύλακα ιδιωτικής ευημερίας αποκομμένο από τον τόπο που τον φιλοξενεί, ή αν θα γίνει πεδίο μετάβασης σε ένα μοντέλο που υπηρετεί τη ζωή, την οικολογική αποκατάσταση, την κοινωνική συνοχή και το δημόσιο συμφέρον. Αυτή τη δεύτερη προοπτική έχουμε ευθύνη να υπερασπιστούμε.